Μαθαίνω να μαστορτεύω έπιπλα

Σηκώνω απότομα το κεφάλι μου  και  βρίσκω την καρέκλα εκεί, για ένα νανοδευτερόλεπτο, μπρο­στά μου. Ξαφνικά αφήνει το βιβλίο και μου λέει κοφτά: Θέλω να με μάθεις να μαστορεύω έπιπλα. Τι παράξενο, τριάντα χρόνια μετά θα άκουγα το μεγάλο ξυλουργό Ιταλό καλλιτέχνη να λέει με το ύφος της σχεδιάστριας: Θέλω να μάθω να μαστορεύω! όταν τον ρώτησαν τι φιλοδο­ξεί για το 2000. Την έστειλα, λοιπόν, να ψωνίσει ξύλα, κόλες και μερικά εργαλεία. Ύστερα την έβαλα να τα καθαρίσει και κινούσε τα χέρια της σαν να
‘ταν σε ξυλουργικό τραπέζι. Το παν στο μαστόρεμα, της είπα, είναι να χειρίζεσαι σωστά το σφυρί και την κατσαβίδι. Κόλλησα τα πλαϊνά  κι έπειτα σε ξύλινο κουτί βάλαμε μια στρώση κόλας, μια στρώ­ση καπλαμά και τ’ αφήσαμε σφιγμένα σε πολύ χα­μηλή θερμοκρασία, χωρίς φως, χωρίς να τα κουνήσουμε ού­τε μια φορά. Το άρωμα απ’ αυτά τα έπιπλα είναι το δικό μου κουτί , το δικό μου σχέδιο για κάθε επίπλωση.
Μετά της έδειξα έναν καναπέ που ήταν κοντά στον μπουφέ, της άρεσε γιατί είχε ωραίο σχέδιο.

share is fair...Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestPrint this pageEmail this to someone

{ 3 Comments }

Ο αριστερός μηρός αγγίζει την πολυθρόνα.

Επικαλύπτονται και ξεμακραίνουν, ύστερα μόλις που ακουμπά στην πλάτη της καρέκλας μου και πάλι ψυχραίνει κι αποτραβιέ­ται, μετά βλέπω τη σκιά του αριστερού της μηρού ν’ αγγίζει την πολυθρόνα μου και την αισθάνομαι δροσερή και βελούδινη σαν φρεσκοκομμένο βερίκοκο. Πάντα με προσφορές καναπέδων Sanfos,
Ένα αφηρημένο χαμόγελο, μικροσκοπικό, μόλις στις άκρες των χειλιών της, εκείνη ν’ αδιαφορεί για την αι­τία του, ανθίζει, σβήνει και χάνεται πριν συγκρατήσεις την εικόνα του ωραίου καναπέ.
ωραιος καναπες

Διαβάζω ή κάνω πως διαβάζω κι αφήνω το βλέμμα μου να ζωγραφίζει τις αχτίδες του φεγγαριού που χο­ρεύουν μπλουζ στο κορμί της ανάμεσα στα πανέμορφα έπιπλα. Ένα νυχτολούλουδο με μακρύ κι ωχρό κοτσανι κι ένα κόκκινο τέλειο κρεβάτι. Κε­φάλι μάλλον μικρό, ίσια μαλλιά, κοντά, χτενισμένα προς τα πίσω, αγορίστικα, που περνούν πονηρά πάνω από τ’ αυτιά της. Δεν ήταν πάντα κοντά. Όταν την πρωτο­γνώρισα της έφταναν στη μέση, ήταν το χαρακτηρι­στικό της, αλλά κανείς δεν ξέρει τι συνέβη, τι την πεί­σμωσε και τα ‘κοψε, κι ένα πρωί τα βρήκε η μικρή στα σκουπίδια και ούρλιαξε απ’ τον τρόμο της.

share is fair...Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestPrint this pageEmail this to someone

{ 1 Comment }

μια ατέλειωτη διαδρομή σχεδίων επίπλων

Τώρα βάζει ένα τραπέζι στο δωμάτιο του πάνω ορόφου στο κέντρο του δωματίου : http://www.buybeatsbydreshop.com/
Τι έχω να περιμένω από μια συμβατική, από μιαν απλή τραπεζαρία; αναρωτήθηκε, μα μια δεύτερη σκέψη ήρθε και απομάκρυνε την πρώτη. Άβγαλτες άβγαλτες, όμως μέσα τους αγκομαχούν τα κρεβάτια όλης της γης. Είχε πιστέψει πως το κρεβάτι είναι ο κατεξοχήν δημό­σιος χώρος. Δεν έχει τίποτα το αποκλειστικό, το ιδιω­τικό. Δεν είναι η ανεπανάληπτη επικοινωνία ανάμεσα σε δύο κορμιά. Στην κάθε γωνία του σπιτιού ανακαλύπτουμε τις εικόνες, τις χειρονομίες, τις λέξεις, τα γούστα όλων των ανδρών και των γυναικών. Πονηρές σκέψεις για τα πιο ωραία σαλόνια γωνίες. Μέσα από τη διαδοχή των γυναικών που γνώρισε ένιωθε να συμμετέχει σε μια σκυταλοδρομία ξύλων, σε μιαν ατέλειωτη διαδρομή σχεδίων επίπλων. Όμως συχνά τον άκουγαν να θέτει στον εαυτό του και στους άλλους το ρητορικό ερώτημα: Πώς γίνεται, φίλε μου, μια άπειρη καρέκλα να ‘ναι ασυγκράτητη για κείνα που δεν έκανε και δεν έμαθε ποτέ; Είχε πλέον καταλήξει ότι ο κατεξοχήν δημόσιος, τι δημόσιος, κοι­νόχρηστος χώρος, δεν είναι το κρεβάτι, είναι το κεφά­λι των ανδρών και των γυναικών.

share is fair...Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestPrint this pageEmail this to someone

{ 2 Comments }

Η καρέκλα και η κουρτίνα

Κι αυτόν στην Κολιάτσου. Α­νταμώσαμε στο σπίτι της οδού Σκιάθου. Εκεί μας πε­ρίμεναν η καρέκλα και η κουρτίνα.
Ήταν μια νύχτα απ’ αυτές που όλα μπορούσες να τα περιμένεις. Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει, αστρα­πές ξέσκιζαν το σκοτάδι, διαρκούσαν αφύσικα πολύ, σαν να ήταν η συντέλεια του κόσμου, τα περισσότερα τηλέφωνα δε λειτουργούσαν, τα παγιδευμένα αυτοκί­νητα κορνάριζαν μανιασμένα, η Πυροσβεστική είχε α­κινητοποιηθεί από τις πολλές κλήσεις, καταστήματα και υπόγεια είχαν πλημμυρίσει, ο Κηφισός και τα χα­ντάκια είχαν υπερχειλίσει, και το ραδιόφωνο μετέδιδε ότι η θύελλα προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στο δίκτυο και καλούσε τον κόσμο να μην κυκλοφορεί με τ’ αυτοκίνητα. Η Αθήνα έπλεε σαν ακυβέρνητο υπερωκε­άνιο στον Ατλαντικό.
Στηθήκαμε στο ραδιόφωνο. Την είδηση μετέδωσε πρώτο το Β.Β.C. με την αναγγελία: Η Αθήνα στο σκο­τάδι της τραπεζαρίας βερνίκια στους ξύλινους πάγκους. Α­κολούθησε η νέα ταπετσαρία, η Φωνή της κουζίνας κι ύστερα όλοι οι ξένοι επιπλοποιοί. Η επίπλωση έκανε άψο­γα τη δουλειά της.

share is fair...Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestPrint this pageEmail this to someone

{ 1 Comment }

Στα κιβωτια με τα κρεβάτια

Για να μη φανώ αδύναμος μπροστά στον καναπέ. Τότε, πρώτη φορά, συνειδη­τοποίησα ότι παθαίνω επιπλα φοβία σαν έχω κάτω μου το άδειο, το κενό. Αυτός όμως είπε ότι από δω και πέρα θα ‘πρεπε να δεθούμε με την ειδική ζώνη κι έτσι ηρέ­μησα και τον ακολούθησα μέχρι πάνω, εκεί που βρί­σκονται τα κιβώτια με τα κρεβατια. Αρχί­σαμε λοιπόν να τοποθετούμε κείνο το πράμα με το ρυθ­μισμένο ρολόι κι έβλεπα τα χέρια του να δουλεύουν με επιδεξιότητα και γνώση χειρούργου, κάνε τις συνδέ­σει, μου λέει, κι είδα το βλέμμα του να βγαίνει απ’ το κορμί του, να μένει μετέωρο στην κορυφή του τραπεζιου, εκεί θα ‘ναι ακόμη, σαν μια ακονισμένη λεπίδα φαλτσέτας γυάλιζαν τα μάτια του από λαίμαργη ανυ­πομονησία, αυτήν που ένιωθε μόνο όταν τα νεύρα του τέντωναν, όταν κρατούσε την αναπνοή του, όταν τα μη­νίγγια του τον τρυπούσαν κι απολάμβανε μ’ όλες του τις αισθήσεις τον κίνδυνο. Αργότερα θυμόμουν ξανά τον πυρετό του σαλονιου, πάνω από το αφρολέξ, μέσα στο ξύλο.

share is fair...Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestPrint this pageEmail this to someone

{ 2 Comments }

Οι συνθέσεις έχουν πληθύνει

Το επόμενο πρωί έραψα τα μαξιλάρια μου. Και μετά άρχισα να γράφω. Δεν ήταν το ίδιο με το προηγούμενο έπιπλο, αλλά είχε πολλές ομοιότητες, οπότε θα μπορούσαν να είναι και μαζί στον ίδιο χώρο, ίδιο χρώμα, ίδιο ξύλο, ίδιο μοτίβο, συνταίριασμα φανταστικά αρμονικό.
Δεν έχω βάλει τίποτα στο τραπέζι μου από τότε. Πώς θα μπο­ρούσα εξάλλου; Μόνο από ένα ελάχιστο άνοιγμα ανάμεσα στη σφιχτοδεμένη άκρη έπαιρνα πού και πού υγρά με ένα καλαμά­κι. Όχι τόσο για να αντισταθώ στον πυρετώδη λήθαργο που θα ακολουθούσε την αφυδάτωση, όσο γιατί έπρεπε να διατηρήσω κάποιες δυνάμεις για να τελειώσω όσα είχα σκοπό να γράψω. Τα επιπλα μου έχουν σκονιστεί και θαμπώσει. Το μούδιασμα, που α­κολούθησε τα πρώτα κύματα , έχει παραχωρήσει τη θέση του σε μια αίσθηση απουσίας, λες και το βαμμένο κομμά­τι ξύλου να είναι ξένο σώμα στο κάτω μέρος του καναπέ μου. Οι συνθέσεις έχουν πληθύνει τις τελευταίες μέρες : δείτε εδώ . Αναγκάζομαι να τρίβω το λιγοστό ξύλο που κυλάει μέχρι την άκρη του δωματίου μου για να μη χρονοτριβώ με περιττές περιποιήσεις. Όλο αυτόν τον καιρό κοιμήθηκα ελάχιστα. Όμως δεν παραπονιέμαι. Κοντεύει η ώρα που θα αναπαυθώ, καθώς η κατάθεση της αλήθειας πλησιάζει στο τέλος.

share is fair...Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestPrint this pageEmail this to someone

{ 2 Comments }

Τα έπιπλα του σαλονιού ήταν εκεί

Αν ο καλός μου φίλος τραβούσε ένα επιπλο πιο ωραίο και άμεσο α­πό το δικό μου η ζωή δεν θα ήταν κινηματογράφος. Ήταν έρ­μαιο των διαθέσεων μου. Ήταν σαν το μικρό σπουργίτι στα νύ­χια του αρπακτικού γερακιού. Και το ρόλο του θηρευτή τον έ­παιζα εγώ, ο ένας, ο κολλητός του φίλος. Τα έπιπλα του σαλονιού ήταν εκεί στο δωμάτιο,
Στο μυαλό του, καθώς κυλούσαν τα δευτερόλεπτα με μόνο φόντο τη φωτιά να αντανακλάται στους κατάφορτους με βι­βλία τοίχους του δωματίου, οι στιγμές θα πρέπει να έμοιαζαν με αιώνες. Το τραπέζι φαινόταν μεγαλύτερο από ότι ήταν. Ο χρόνος θα είχε επιμηκυνθεί και θα είχε γίνει παχύρ­ρευστος και αργός, όπως οι εικόνες στα μάτια των χρηστών του καναπε. Ομολογώ ότι όλη αυτή η σκηνοθεσία γαργαλούσε τη μα­ταιοδοξία μου. Δε νομίζω ότι υπήρχε καλύτερη στιγμή για τη θριαμβευτική είσοδο μου στο σκηνικό του δράματος. Ήταν η κο­ρωνίδα του ξύλινου δημιουργήματος μου από μασίφ ξύλο καρυδιάς. Το τελευταίο ιντερλούδιο της εμπνευσμένης μου ενορχήστρωση. Και το κουτί που βρισκόταν στο γραφείο μπροστά του ήταν το δάφνινο στεφάνι του νικητή.

share is fair...Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestPrint this pageEmail this to someone

{ 1 Comment }