Κι αυτόν στην Κολιάτσου. Α­νταμώσαμε στο σπίτι της οδού Σκιάθου. Εκεί μας πε­ρίμεναν η καρέκλα και η κουρτίνα.
Ήταν μια νύχτα απ’ αυτές που όλα μπορούσες να τα περιμένεις. Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει, αστρα­πές ξέσκιζαν το σκοτάδι, διαρκούσαν αφύσικα πολύ, σαν να ήταν η συντέλεια του κόσμου, τα περισσότερα τηλέφωνα δε λειτουργούσαν, τα παγιδευμένα αυτοκί­νητα κορνάριζαν μανιασμένα, η Πυροσβεστική είχε α­κινητοποιηθεί από τις πολλές κλήσεις, καταστήματα και υπόγεια είχαν πλημμυρίσει, ο Κηφισός και τα χα­ντάκια είχαν υπερχειλίσει, και το ραδιόφωνο μετέδιδε ότι η θύελλα προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στο δίκτυο και καλούσε τον κόσμο να μην κυκλοφορεί με τ’ αυτοκίνητα. Η Αθήνα έπλεε σαν ακυβέρνητο υπερωκε­άνιο στον Ατλαντικό.
Στηθήκαμε στο ραδιόφωνο. Την είδηση μετέδωσε πρώτο το Β.Β.C. με την αναγγελία: Η Αθήνα στο σκο­τάδι της τραπεζαρίας βερνίκια στους ξύλινους πάγκους. Α­κολούθησε η νέα ταπετσαρία, η Φωνή της κουζίνας κι ύστερα όλοι οι ξένοι επιπλοποιοί. Η επίπλωση έκανε άψο­γα τη δουλειά της.